Σκέψεις περί θανάτου

"Ὡς χαρίεν ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾖ"
“Ὡς χαρίεν ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾖ”

Ένα από τα πιο δύσκολα θέματα για συζήτηση ή μάλλον το πιο δύσκολο όλων με διαφορά είναι αυτό του θανάτου. Ο θάνατος είναι μαζί με τον έρωτα το μόνο στοιχείο που έχουμε όλοι οι άνθρωποι κοινό και όμως τις περισσότερες φορές είναι απίστευτη η δυσκολία μας να το προσεγγίσουμε, να το καταλάβουμε, να το δούμε ψύχραιμα και φυσικά να το δεχτούμε. Ο θάνατος είναι η απόδειξη πως και το πιο συχνό φαινόμενο, το πιο κοινό σε όλους τους ανθρώπους, δε μπορεί να γίνει εύκολα αποδεκτό όσο κι αν δηλώνουμε προετοιμασμένοι γι’ αυτό. Η αλήθεια πάντα θα είναι πως ποτέ κανένας δεν είναι απολύτως έτοιμος να βιώσει τον θάνατο – τον δικό του ή κάποιου άλλου όντος.

Το πιο δύσκολο μάθημα κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών μου σπουδών στη Ψυχολογία ήταν ένα μάθημα επιλογής (δε μας υποχρέωναν να το παρακολουθήσουμε, αν θέλαμε το παίρναμε) με τίτλο «Η ψυχολογία του θανάτου και του πένθους». Θυμάμαι πως επέλεξα να το παρακολουθήσω μαζί με κάποια άλλα μαθήματα με πολύ πιο ευχάριστους κι αισιόδοξους τίτλους – τα οποία αφορούσαν την παιδαγωγική, τη μητρότητα – κι ακόμη θυμάμαι πως ήταν το μόνο μάθημα που παρακαλούσα να περάσω με την πρώτη στις εξετάσεις, όχι για να γλιτώσω το διάβασμα στην επόμενη εξεταστική αλλά γιατί τότε ένιωθα πως δε θα ήμουν σε θέση να διαβάσω τα όσα απίστευτα – και υπέροχα – διάβαζα εκείνη την περίοδο. Φέρνω εικόνες στο μυαλό μου μ’ εμένα να κλαίω συνεχόμενα για περίπου δυο μέρες πριν τις εξετάσεις. Δε μπορώ να πω πως η ύλη ήταν δυσάρεστη. Ήταν κάτι πολύ περισσότερο, κάτι πολύ πιο βαθύ: ήταν επώδυνη. Πονούσα σαν άνθρωπος όταν διάβαζα για το θάνατο, με παίρνανε τα δάκρυα όταν διάβαζα προσωπικές ιστορίες απώλειας διαφόρων ανθρώπων. Το πένθος που αναδυόταν μες από τις σελίδες των βιβλίων «τρύπαγε» τα κόκκαλα μου. Υπάρχουν αλήθεια ψυχολόγοι που όλη τους τη ζωή ασχολούνται με το θέμα του θανάτου; Αυτό μέχρι και σήμερα με κάνει ν’ απορώ μα και να θαυμάζω κάποιους συναδέλφους.

Η ενασχόληση ενός ειδικού με το θάνατο είναι ακροβατικό σε τεντωμένο σκοινί. Απαιτεί τέλεια ισορροπία. Ένα λάθος και το αποτέλεσμα δε θα είναι σίγουρα καλό. Ο ειδικός ψυχικής υγείας πρέπει να διατηρήσει την ενσυναίσθηση του για να βοηθήσει τον «διαλυμένο» άνθρωπο που έχει μπροστά του και ταυτόχρονα να κρατήσει με νύχια και με δόντια το συναίσθημα του εντελώς έξω απ’ αυτό. Αυτό φυσικά οφείλουν να το τηρούν όλοι οι ειδικοί ψυχικής υγείας, όμως ο ειδικός με κατεύθυνση στη Ψυχολογία Θανάτου δεν ηρεμεί ποτέ σε σχέση με αυτό.

Το μεγάλο πρόβλημα με το θάνατο είναι πως δε μπορείς να βρεις μια αρχή κι ένα τέλος γι’ αυτόν. Δεν είναι όπως η ζωή που κάπου ξεκινά και κάπου τελειώνει. Η ζωή οριοθετείται. Ο θάνατος όχι. Ο θάνατος είναι το απόλυτο άγνωστο καθώς όσα κι αν μπορούμε να πούμε γι’ αυτόν δεν έχουν να κάνουν με την ίδια την ουσία του θανάτου αλλά με την αιφνίδια εμφάνιση του στις ζωές μας – ή μήπως όχι αφού όταν ο θάνατος βρίσκεται εδώ δεν υπάρχει ζωή κι όταν υπάρχει ζωή δεν υπάρχει θάνατος; «Και ο θάνατος είναι ζωή» λέει κάποιο ρητό. Ποιος όμως μπορεί να πει τι τελικά είναι ο θάνατος και που τελειώνει η ζωή για ν’ αρχίσει το απόκοσμο πεδίο του θανάτου;

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν τα πάνε ιδιαίτερα καλά με την ιδέα του θανάτου – τόσο του δικού τους όσο και των ανθρώπων γύρω τους. Λίγοι είναι αυτοί που – προφανώς εξαιτίας μιας εσωτερικής ανάγκης – επιθυμούν να ψάξουν περισσότερα για το θάνατο και ό,τι τον αφορά. Όποιος «προσεγγίζει» το θέμα του θανάτου δεν το κάνει απαραίτητα για να συμφιλιωθεί μαζί του. Μπορεί να θέλει πληροφορίες προκειμένου να καταλάβει ή να κερδίσει τη ψευδαίσθηση του ελέγχου πάνω στο δεδομένο, στο αναπόφευκτο. «Ό,τι γεννήθηκε είναι προορισμένο να πεθάνει» έλεγε ο Βούδας θέλοντας να περάσει δεκάδες μηνύματα με μια μόνο φράση. Εγώ με τα παραπάνω λόγια κάνω δυο σκέψεις σχεδόν ταυτόχρονα. Συλλογίζομαι τη μικρή διάρκεια των πάντων με αρχή, μέση και τέλος και την αιώνια «αφέλεια»(;) μας να ξεχνάμε το μόνο σίγουρο δεδομένο που διαθέτουμε άμα τη γεννήσει μας.

Προσωπικά πάντα πίστευα πως το ζήτημα του θανάτου μπορεί να προσεγγιστεί σε βάθος μόνο μέσω της φιλοσοφίας. Δεν ξέρω αν ο θάνατος έχει να κάνει με κάτι υπερβατικό αλλά νιώθω πως οι απλές ανθρώπινες κοινωνικές θεωρίες δε φτάνουν ούτε για τα εισαγωγικά περί θανάτου. Για το συγκεκριμένο ζήτημα χρειαζόμαστε την απόλυτη πλαστικότητα καρδιάς, μυαλού και αισθήσεων και πάλι δεν ξέρω αν κάνουμε έστω ένα μικρό αξιόλογο βήμα μπροστά. Γι’ αυτό ο θάνατος έχει καταλήξει να είναι προσωπικό – πέρα από πανανθρώπινο ζήτημα. Δεν υπάρχει σωστή και λάθος προσέγγιση προς ένα φαινόμενο για το οποίο πρακτικά δε γνωρίζουμε τίποτα. Οπότε όταν δε γνωρίζεις, όταν δεν έχεις αποδείξεις, τι άλλο μπορείς να κάνεις πέρα απ’ το να φιλοσοφείς; Ακόμη και η δουλειά των Ψυχολόγων που διαχειρίζονται το Πένθος και την ανθρώπινη υπαρξιακή αγωνία του θανάτου είναι να προσπαθούν να δώσουν δυο «εφόδια» στους πελάτες τους: Την ελάχιστη συμφιλίωση/αποδοχή του φαινομένου του θανάτου ως κομμάτι/μέρος/μετάβαση/αλλαγή/ό,τι άλλο εσείς θέλετε της ύπαρξης μας και τη δημιουργία ενός προσωπικού νοήματος ικανού να κρατήσει τον κάθε άνθρωπο σε ικανοποιητικό αντιπερισπασμό σε σχέση με το αναπόφευκτο φινάλε. «Όταν μας συμβεί ο θάνατος δεν θα είμαστε εκεί πια, οπότε προς τι ο πανικός; Όπου είναι ο θάνατος δεν είμαστε εμείς και όπου είμαστε εμείς δεν είναι ο θάνατος» έλεγε ο Επίκουρος και έρχομαι να συμφωνήσω μαζί του. Δεν πρόκειται να «συναντηθώ» με το Θάνατο οπότε δε με απασχολεί καθόλου που θα φύγω. Όταν όμως κληθώ να «συναντήσω» το θάνατο δικών μου ανθρώπων ειλικρινά δεν ξέρω πως θ’ αντιδράσω. Κι αυτή σίγουρα είναι μια από τις μεγαλύτερες αγωνίες της ζωής μου αλλά και μια από τις ελάχιστες περιπτώσεις που δίνω ένα μικρό άλλοθι στον εγωισμό μου. Δυστυχώς δεν ξέρω ακόμα αν μπορώ αυτό που με τόση ανάγκη ζητώ να το παραχωρήσω στους άλλους. Θέλω ακόμα να φύγω πρώτη, θέλω οι υπόλοιποι να μείνουν εδώ που είναι – τουλάχιστον όσο είμαι κι εγώ ακόμη εδώ. Μετά από προσεκτική θεώρηση αυτής της στάσης μου συνειδητοποίησα πως δε μου συμβαίνει τίποτα το αφύσικο, απλώς είμαι εγωίστρια. Το ένστικτο αυτοσυντήρησης μου μ’ έχει ωθήσει – ως τώρα τουλάχιστον – να πιστέψω πως η δική μου «φυγή» είναι προτιμότερο να συμβεί (για ‘μένα τουλάχιστον) πολύ νωρίτερα απ’ τη «φυγή» πολλών άλλων γύρω μου.

Η προσωπική μου θεώρηση για το θάνατο είναι μάλλον φιλική και θετική προς αυτόν – τι αντιπερισπασμό αλλιώς θα πετύχω αν πάω να δω το ζήτημα εντελώς αρνητικά; Δεν ξέρω αν έφταιγαν όλα τα υπέροχα (ναι, υπέροχα!) πράγματα που έτυχε να διαβάσω για τη ζωή και το θάνατο τόσο κατά τη διάρκεια των σπουδών μου όσο και μετά το πέρας αυτών, αλλά πολλές φορές νιώθω μια περίεργη γαλήνη όταν σκέφτομαι το θάνατο. Κάποιοι φαντάζονται το θάνατο σαν τον Χάροντα με μαύρη κάπα κι ένα ραβδί στο χέρι να έρχεται να πάρει τις ψυχές. Άλλοι ανάλογα με τις ιστορίες και τις δοξασίες που κατά καιρούς άκουσαν μπορεί να τον έχουν πλάσει διαφορετικά στη φαντασία τους. Εγώ τη μορφή του θανάτου τη φαντάζομαι πολύ απλή, γαλήνια, ίσως μάλιστα και κάπως γοητευτική.

«Ο θάνατος μου ψιθυρίζει στο αυτί: “Ζήσε” μου λέει, “έρχομαι”» γράφει ο Βιργίλιος. Έτσι τον καταλαβαίνω κι εγώ τον θάνατο. Σαν έναν καλό φίλο (όπως λένε και οι υπαρξιστές ψυχολόγοι) ο οποίος με προειδοποιεί πως ο χρόνος που έχω είναι λίγος και συγκεκριμένος. Πιστεύω πως ο θάνατος είναι ένας τύπος που στέκεται υπομονετικά έξω από τα σπίτια μας για όσο καιρό χρειαστεί. Στέκεται εκεί και κάθε πρωί τον συναντούμε στο κατώφλι της πόρτας μας – άσχετα αν τον «βλέπουμε» ή όχι – κι εκείνος ενώ μας κοιτά ταυτόχρονα κοιτάει το ρολόι του. Με χαμόγελο και καλή διάθεση μας υπενθυμίζει πως πρέπει να βιαστούμε, ο χρόνος μας τελειώνει και δεν ξέρουμε ποιο απ’ όλα αυτά τα πρωινά θα είναι και το τελευταίο μας. Ο θάνατος θα περάσει τελικά το κατώφλι του σπιτιού μας μια φορά, τη στιγμή που θα πρέπει να μας πάρει μαζί του. Όσο κι αν κάποιοι δε μπορούν να δουν το θετικό σε αυτή την εικόνα που παρουσιάζω, σας διαβεβαιώνω πως υπάρχει.

«Ο θάνατος χαμογελάει σε όλους μας. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να χαμογελάσουμε πίσω» λέει o Μάρκος Αυρήλιος. Η «πίεση» του θανάτου μπορεί να λειτουργήσει μαγικά στη ζωή μας αρκεί να το κατανοήσουμε. «Δώστε ζωή στις μέρες σας» είχε πει σε μια ομιλία του ο ακτιβιστής Δημήτρης Κοντοπίδης και εννοούσε ακριβώς αυτό. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τύχη στη ζωή μας απ’ αυτή της επίγνωσης του θανάτου! Αυτή μας τη γνώση οφείλουμε να την κάνουμε βίωμα αν θέλουμε να ζήσουμε πραγματικά καθώς όπως είχε πει και ο Γουίλιαμ Γουάλας «Όλοι πεθαίνουν. Όμως δε ζουν όλοι πραγματικά».

Σας αφήνω με μερικά ακόμη αγαπημένα μου αποφθέγματα περί ζωής και θανάτου. Να έχετε μια όμορφη μέρα και πάνω απ’ όλα φροντίστε να τη ζήσετε!

«Αλάτι ο θάνατος και τη ζωή πολύ τη νοστιμίζει» Νίκος Καζαντζάκης

«Αφού πλάσθηκες με θνητό σώμα, προσπάθησε να αφήσεις ανάμνηση της ψυχής σου» Ισοκράτης

«Δεν είναι ότι φοβάμαι να πεθάνω, απλώς δε θέλω να είμαι παρών εκείνη τη στιγμή» Γούντι Άλεν

«Ένας ωραίος θάνατος αξίζει περισσότερο από μια τιποτένια ζωή»  Κικέρων

«Η κηδεία ενός καλού ανθρώπου δεν πρέπει να συνοδεύεται από θρήνους και μοιρολόγια, μα από χαρμόσυνα τραγούδια, γιατί κι αν δεν λογιέται πια για ζωντανός, έχει κινήσει πια για μια ζωή καλύτερη από τούτη». Πλούταρχος

«Ο θάνατος δε σβήνει το φως, τη λάμπα σβήνει, γιατί ξημέρωσε» Ταγκορ Ραμπιντραναθ

«Το σπουδαιότερο μέρος του βιβλίου της ζωής είναι ο επίλογος» Σενέκας

«Υπάρχουν άνθρωποι που θα προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να σκεφτούν. Και το κάνουν» Μπέρναρντ Ράσελ

«Υπάρχουν και χειρότερα πράγματα απ’ το θάνατο. Όποιος έχει περάσει μια βραδιά μ’ έναν ασφαλιστή με καταλαβαίνει» Γούντι Άλεν

«Μην φέρεσαι σαν να επρόκειτο να ζήσεις μύρια χρόνια. Όσο ζεις κι όσο μπορείς να ‘σαι καλός και τίμιος» Μάρκος Αυρήλιος

Advertisements

2 thoughts on “Σκέψεις περί θανάτου

  1. Κατ’ αρχάς συγχαρητήρια που άντεξες ένα 6μηνο με αυτό το μάθημα και αντιμετώπισες όλη τη μελέτη και την έρευνα που αυτό συνεπάγεται.

    Θα συμφωνήσω ότι ο φόβος εστιάζεται κυρίως στο “δεν θέλω να χάσω τα αγαπημένα μου πρόσωπα” παρά στο «τί θα πάθουμε εμείς», αλλά εγώ πιστεύω πως υπάρχει και μια ακόμη μορφή πόνου: ο φόβος του “προαναγγελθέντος θανάτου” (φυσικά αναφέρομαι σε περιπτώσεις ανίατων ασθενειών) που πλέον μπαίνεις σε μια διαδικασία καθημερινού φόβου: Τί θα μου συμβεί; Πόσος χρόνος μου μένει; Έκανα όλα όσα ήθελα στη ζωή μου; Οι δικοί μου τί θα απογίνουν χωρίς εμένα; Όσο πλησιάζει εκείνη η ώρα θα πονάω; κι ένα σορό άλλα ερωτηματικά.

    Κλείνοντας έχω να πω απλά «ο Θεός να μας δίνει κουράγιο» γιατί τίποτα δεν είναι δεδομένο και τίποτα δεν κρατάει για πάντα. Να ζούμε την κάθε μας στιγμή στο έπακρο και… δεν πειράζει, ας μην τα κάνουμε κι όλα σωστά! Σημασία έχει να είμαστε καλά.

    • Συμφωνώ πως ο φόβος του επικέιμενου θανάτου δεν αντιμετωπίζεται εύκολα ή δεν αντιμετωπίζεται καθόλου. Αν κι ένα μικρό ποσοστό ανθρώπων ισχυρίζονται πως θα ήθελαν να ξέρουν πότε θα πεθάνουν, στην πραγματικότητα δεν ξέρουμε πως ακριβώς θα ένιωθαν αν όντως ήξεραν συγκεκριμένη ημερομηνία (δεν είναι τυχαίο τ’ ότι γεννιόμαστε μην έχοντας στην κατοχή μας αυτή την πληροφορία).
      Η προτροπή σου να ζήσουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο χωρίς να τρελαινόμαστε αν όλα τα κάνουμε σωστά ή τέλεια με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη!

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s