Το φαινόμενο της γκετοποίησης στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας

photo by psychologynow.gr
photo by psychologynow.gr

Αν θελήσουμε να παράσχουμε έναν σύντομο και αντιπροσωπευτικό ορισμό για τα γκέτο, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο όρος αναφέρεται σε περιοχές στις οποίες οι μειονότητες γίνονται πλειονότητες, ωστόσο χρησιμοποιείται και γενικότερα για κάθε αστική περιοχή όπου επικρατούν συνθήκες έντονης φτώχιας. Τα γκέτο δημιουργούνται: (1) ως σημεία εισόδου για μετανάστες, παράνομους ή μη, (2) όταν η πλειονότητα εξαναγκάζει τη μειονότητα να διαμένει σε συγκεκριμένες περιοχές, ή (3) όταν οι οικονομικές συνθήκες το καθιστούν δύσκολο για τις μειονότητες να διαμείνουν σε μη μειονοτικές περιοχές (Hurst, 1997). Ο όρος «γκέτο» προέρχεται από την Βενετία του 14ου-15ου αιώνα και έκτοτε καθιερώθηκε για την περιγραφή ενός κομματιού μιας πόλης στο οποίο κατοικούν μαζικά τα μέλη μίας μειονότητας εξαιτίας κοινωνικών, οικονομικών ή νομικών πιέσεων.

Ασφαλώς, γκέτο εξακολούθησαν να υπάρχουν και μετά τον Β’ Παγκόσμιο και υπάρχουν έως σήμερα, αν και όχι με την ίδια σημασία. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα γκέτο των αφροαμερικανών στις μεγαλουπόλεις των Η.Π.Α. Παρά την εξασφάλιση ίσων δικαιωμάτων μετά το ’68, οι μαύροι των Ηνωμένων Πολιτειών εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν ανεπίσημους φυλετικούς διαχωρισμούς, έως και σήμερα, κυρίως όσον αφορά στις ζώνες κατοικίας.

Στην Ελλάδα η ύπαρξη γκέτο σε αστικές περιοχές είναι ένα σχετικά πρόσφατο φαινόμενο, καθώς το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος ήταν εθνικά ομοιογενές κατά το μεγαλύτερο μέροςτης ιστορίας του. Ακόμη και η σημαντική εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης δεν είχε ουδέποτε χαρακτηριστικά γκετοποιημένης μειονότητας, αφού ακόμη και μετά την απελευθέρωση της πόλης οι Εβραίοι αποτελούσαν την πλειοψηφία του πληθυσμού και ζούσαν αρμονικά με τους μουσουλμάνους και τους χριστιανούς Θεσσαλονικείς, ενώ μετά την απέλασή τους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης οι εναπομείναντες αποτέλεσαν μια εξαιρετικά ολιγάριθμη μειονότητα. Τα άτυπα γκέτο στην Ελλάδα, λοιπόν, άρχισαν να δημιουργούνται κατά την τελευταία εικοσαετία, αρχικά με την εισροή προσφύγων από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, και αργότερα με την εισροή οικονομικών μεταναστών από χώρες του Τρίτου κόσμου, οι οποίες μαστίζονται από πολέμους καθώς και συνθήκες απόλυτης φτώχιας και εξαθλίωσης.Μετανάστευση στην Ελλάδα και γκέτο

Το ζήτημα της μετανάστευσης απασχολεί ολόκληρη την Ευρώπη σε όλη τη διάρκεια του 20ου  και 21ουαιώνα. Τα τελευταία πλέον χρόνια, το επιστημονικό ενδιαφέρον για το φαινόμενο της μετανάστευσης έχει αρχίσει κι αυτό με τη σειρά του να μεγαλώνει. Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έρχεται αντιμέτωπη με ένα μεγάλο μεταναστευτικό κύμα. Παρ’ όλα αυτά, αν κανείς κοιτάξει την ιστορία του ελληνικού κράτους θα αντιληφθεί ότι η μετανάστευση στην Ελλάδα δεν είναι ένα «νέο φαινόμενο», όπως συχνά λέγεται, αλλά αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας της χωράς. Η Ελλάδα αρχίζει να δέχεται μετανάστες κατά τη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων από τη σημερινή Βουλγαρία. Ακολουθούν τα προσφυγικά κύματα από τον Πόντο, τη Μικρά Ασία και την Καππαδοκία. Οι πληθυσμοί που καταφθάνουν αποτελούν φθηνά εργατικά χέρια και βοηθούν με την τεχνογνωσία τους στην ανάπτυξη της βιομηχανίας στην Ελλάδα. Με την ανάπτυξη της Ελλάδας, φθάνει το δεύτερο κύμα μεταναστών, παλιννοστούντων αυτή τη φορά, το 1970 από τη δυτική Ευρώπη. Στο τέλος της δεκαετίας του1980 στην Ελλάδα αρχίζουν να καταφθάνουν οικονομικοί μετανάστες από την Αλβανία και από χώρες της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ. Στη δεκαετία του 1990η Ελλάδα δέχεται το μεγάλο κύμα μεταναστών, για να φτάσουμε στη σημερινή περίοδο που στη χώρα διαμένουν σχεδόν ένα εκατομμύριο μετανάστες από τους όποιους ένας εκ των δυο διαμένει στην Αττική. Η Ντίνα Βαΐου, πολεοδόμος και καθηγήτρια στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, τονίζει πως η Αθήνα εδώ και χρόνια δέχεται ανθρώπους απ’ όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Απ’ τη δεκαετία του ’60 έχουν καθορισθεί οι περιοχές στις οποίες συγκεντρώνονται οι μετανάστες, εξαιτίας της μεγάλης πληθυσμιακής έκρηξης. Σήμερα πλέον 1 στους 4 κατοίκους της Κυψέλης είναι μετανάστης (Δημητρόπουλος & Πάσχος, 2009).

Οι μετανάστες που ζουν πλέον μόνιμα στις περιοχές του ιστορικού κέντρου της Αθήνας, έχουν ερωτηθεί κατά καιρούς για τους λόγους που τους έκαναν να επιλέξουν την περιοχή, στην οποία τελικά κατοικούν. Οι ίδιοι υποστηρίζουν πως επιλέγουν όλα αυτά τα χρόνια να μένουν στις κεντρικές συνοικίες της Αθήνας καθώς τo κόστος διαμονής, αλλά και το κόστος ζωής γενικότερα, είναι πολύ πιο χαμηλό σε σχέση με άλλες περιοχές της Αθήνας. Σημαντικό ρόλο παίζει και το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια στο κέντρο της Αθήνας, ήδη κατοικούν μετανάστες διαφόρων εθνικοτήτων, οι οποίοι είναι πλέον μόνιμοι κάτοικοι, έχουν δημιουργήσει δικές τους επιχειρήσεις και έχουν τη δυνατότητα να βοηθήσουν με μεγαλύτερη ευκολία περισσότερους συμπατριώτες τους προκειμένου να παραμείνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα στο κέντρο της Αθήνας (Δημητρόπουλος & Πάσχος, 2009).

Αυτό που συχνά δεν τονίζεται είναι ότι η πλειονότητα των μεταναστών που τελικά επιλέγει να μείνει στο κέντρο της Αθήνας, κατοικεί σε μικρά, ακατάλληλα και παραμελημένα διαμερίσματα, στα οποία κανένας Έλληνας δε θα καταδεχόταν εύκολα να μείνει. Είναι γνωστό πως τις προηγούμενες δεκαετίες πολλοί Έλληνες οι οποίοι απέκτησαν οικονομική άνεση απομακρύνθηκαν από το κέντρο της Αθήνας για να κατοικήσουν στα προάστιά της, εγκαταλείποντας ή πουλώντας τα σπίτια τους στο κέντρο. Εύλογα λοιπόν, τα τελευταία χρόνια, οι πολυκατοικίες στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας διαθέτουν πολλά άδεια διαμερίσματα τα οποία εγκαταλείφθηκαν ή δεν κατοικήθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα από Έλληνες και τα οποία σήμερα κατοικούνται κυρίως από μετανάστες. Η Μαρίνα Βήχου, δημοσιογράφος και κάτοικος της περιοχής του Αγίου Παντελεήμονα, διευκρινίζει πως η περιοχή είχε σοβαρά προβλήματα εδώ και 20χρόνια τουλάχιστον, τα οποία φυσικά δε δημιουργήθηκαν εξαιτίας των μεταναστών. Οι μετανάστες έρχονται σε μια ήδη εξαθλιωμένη περιοχή, επειδή δεν έχουν τη δυνατότητα να ζήσουν σε καμιά άλλη περιοχή της Αθήνας (Δημητρόπουλος & Πάσχος, 2009).

Στην Ελλάδα, οι μετανάστες κρίνονται για τον τρόπο ζωής τους λόγω διαφορετικότητας, αποκλείονται από μία εργασία αξιοπρεπών συνθηκών και ίσων δικαιωμάτων και οδηγούνται μεθοδικά να διαμένουν σε περιοχές ήδη υποβαθμισμένες μαζί με άλλες κοινωνικά αποκλεισμένες ομάδες, δημιουργώντας έτσι μια ρητορική περί δημιουργίας γκέτο στην Ελλάδα και ιδιαίτερα σε περιοχές στο κέντρο της Αθήνας. Το ιστορικό κέντρο της Αθήνας ακολούθησε μια πορεία μετάλλαξης σε μια προβληματική περιοχή τα τελευταία χρόνια. Περιοχές, όπως αυτή του Αγίου Παντελεήμονα, φαίνεται να έγιναν σκόπιμα χώρος υπέρμετρης συγκέντρωσης μεταναστών «χωρίς χαρτιά» και «αιτούντων άσυλο», χωρίς εργασία και στέγη, αλλά και χώρος εγκληματικότητας. Στο πλαίσιο αυτό είναι πιθανό να δημιουργηθούν δίκτυα μαύρης αγοράς, ναρκωτικών, κλοπιμαίων, παραεμπορίου που συντηρούν και αναπαράγουν το πρόβλημα. Ταυτόχρονα, κοινωνικά περιθωριοποιημένες ομάδες μοιραία μετακινούνται σε τέτοιες περιοχές, καθώς οι συνθήκες εμφανίζονται ευνοϊκές για τις δραστηριότητές τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ένα φαύλο κύκλο παραβατικότητας, κοινωνικού αποκλεισμού και περαιτέρω υποβάθμισης.

Η οικονομική δυσχέρεια, η όλο και μεγαλύτερη εγκατάλειψη των συγκεκριμένων περιοχών από τους Έλληνες, η αύξηση της εγκληματικότητας και πολλά ακόμη σημαντικά ζητήματα που έχουν προκύψει τα τελευταία χρόνια καταλογίζονται στη μαζική έλευση των μεταναστών, η οποία γίνεται διαρκώς μαζικότερη. Όσοι εκφράζουν αυτές τις θέσεις και ανησυχούν για τις συνθήκες διαβίωσης στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας, προτείνουν την άμεση απομάκρυνση των μεταναστών. Απ’ την άλλη πλευρά, όλο και περισσότερο δυναμώνουν οι φωνές εκείνων που υποστηρίζουν ότι τα προβλήματα στις περιοχές του κέντρου της Αθήνας προϋπήρχαν των μεταναστευτικών ροών και απλώς τα τελευταία χρόνια αυτά έχουν πάρει ιδιαίτερα μεγάλες διαστάσεις με αποτέλεσμα να φαντάζουν ανυπέρβλητα. Έτσι, οι μετανάστες τις περισσότερες φορές φαίνεται ν’ αποτελούν τα εξιλαστήρια θύματα, όσων δεν μπορούν ν’ αντιληφθούν την ευθύνη της ελληνικής πολιτείας απέναντι στην άσχημη κοινωνική και οικονομική κατάσταση των περιοχών που ανήκουν στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας (Δημητρόπουλος & Πάσχος, 2009).

Όσοι με πάθος υποστηρίζουν την παραμονή των μεταναστών με δίκαιους όρους στις κεντρικές περιοχές της Αθήνας εφιστούν την προσοχή όλων στις συνθήκες διαβίωσης των μεταναστών μετά την εγκατάστασή τους σε κάποια συνοικία του κέντρου της Αθήνας, συνθήκες οιοποίες επηρεάζονται άμεσα απ’ την ανύπαρκτη νομοθεσία και τη μηδενική πρωτοβουλία της πολιτείας σε ό,τι αφορά στο μεταναστευτικό ζήτημα.

Παράλληλα με το αίσθημα της έλλειψης στήριξης της πολιτείας οι μετανάστες δέχονται πλήθος αρνητικών συμπεριφορών από τους Έλληνες κατοίκους των περιοχών που επιλέγουν να κατοικήσουν: συχνά συλλαμβάνονται απ’ την αστυνομία χωρίς προφανείς λόγους, πολλοί στην πορεία απελαύνονται, ενώ οι περισσότεροι γίνονται στόχος επιθέσεων διαφόρων ρατσιστικών οργανώσεων ή πολιτικών σχηματισμών, ακόμη και απλών κατοίκων, οι οποίοι διοχετεύουν την απόγνωσή τους για την ισχύουσα κατάσταση σε ένα ρατσιστικό μίσος που βρίσκει στους μετανάστες τα εξιλαστήρια θύματα (Διονέλλης, 2008).

Οι όροι με τους οποίους περιγράφονται τα πράγματα κι οι καταστάσεις δεν είναι ουδέτεροι. Ιδιαίτερα όταν μιλάμε για τους κυρίαρχους ή δημόσιους λόγους. Από το 2007 και μετά, όταν εμφανίστηκε ο προσδιορισμός γκέτο για περιοχή του κέντρου της Αθήνας, ξεκίνησε η «μηντιακή γκετοποίηση» του ιστορικού κέντρου της Αθήνας, η οποία σταδιακά επεκτάθηκε και χαρακτήρισε πολλές από τις γειτονιές του (Καλαντζοπούλου, Κουτρολίκου & Πολυχρονιάδη, 2011).

Η από δεκαετίες «εγκατάλειψη» του κέντρου από τους κατοίκους του επανέρχεται στο δημόσιο λόγο ως καινοφανές φαινόμενο που χρήζει άμεσης αντιμετώπισης. Τα προϋπάρχοντα προβλήματα υποβάθμισης στις περιοχές κατοικίας ντόπιων και μεταναστών ομογενοποιούνται μετ α φαινόμενα της εγκληματικότητας κατ’ εξοχήν κάτω από τον ισοπεδωτικό όρο «γκέτο».

Η πλατεία του Αγίου Παντελεήμονα δημιουργεί τη δική της, τηλεοπτική κατ’ αρχάς, ιστορία και κατασκευάζει συναφείς πραγματικότητες που γρήγορα χαρακτηρίζονται ως «γκέτο». Από το 2008 πολλές τηλεοπτικές εκπομπές κατακλύζονται από «κατοίκους» οι οποίοι φωνάζουν για την «κατάντια της γειτονιάς τους» και για το ότι «έγιναν ξένοι στη περιοχή τους». Χαρακτηριστική είναι η φράση των κατοίκων: «Ο Άγιος Παντελεήμονας ήταν μια κορυφαία συνοικία και έγινε ένα γκέτο, δεν είναι δυνατόν». Αυτές οι «ομάδες κατοίκων» αποκτούν προνομιακή παρουσία στα ΜΜΕ. Ο λόγος που αρθρώνουν στοχοποιεί ουσιαστικά τους μετανάστες που κατοικούν ή βρίσκονται στη περιοχή, συνδέοντάς τουςάμεσα με όλα τα «κακά» που ταλαιπωρούν τη γειτονιά. Κάποιες από αυτές τις ομάδες οργανώνουν κινητοποιήσεις για να διώξουν τους «ξένους» απ’ την περιοχή «τους».. Η συνεχής παρουσία τους στα κυρίαρχα ΜΜΕ νομιμοποιεί το λόγο που εκφράζουν και  ταυτοποιεί το πρόβλημα της περιοχής με την ύπαρξη των μεταναστών, προβάλλοντας ό,τι προβληματικό πάνω σε έναν «Άλλο» (Καλαντζοπούλου, Κουτρολίκου &Πολυχρονιάδη, 2011).

Η κατασκευή της εικόνας του γκέτο εμπεριέχει το στιγματισμό ομάδων και περιοχών αλλά και προβολές της ετερότητας ή και των προβλημάτων και φόβων της κοινωνίας, μεταθέτοντας έτσι τις αιτίες των προβλημάτων σε συγκεκριμένες ομάδες κι όχι σε πολιτικές αποφάσεις ή δομικά προβλήματα. Αυτός ο νοητικός συσχετισμός εμπεριέχει «ηθικούς πανικούς» σχετικά με τους ανθρώπους του γκέτο, στους οποίους προβάλλονται οι φόβοι, τα προβλήματα της υπόλοιπης κοινωνίας, συνδέοντάς τουςμε ανηθικότητα, παραβατικότητα και μια εσωτερική –φερόμενη ως ενδημική– παθογένεια. Η «γκετολογία» συμβολικά θέτει τα όρια ανάμεσα στην «κανονικότητα» της πόλης και των κατοίκων της και στο Άλλο το οποίο απειλεί αυτή την κανονικότητα (Καλαντζοπούλου, Κουτρολίκου &Πολυχρονιάδη, 2011).

Η «παλιά» μετανάστευση οφειλόταν κυρίως στην ανάγκη εργατικού δυναμικού στις χώρες υποδοχής και λάμβανε χώρα λίγο ως πολύ με συντεταγμένο τρόπο. Οι βασικοί λόγοι πρόκλησης του νέου ρεύματος ήταν οι πόλεμοι, η φτώχια, η εξαθλίωση των πληθυσμών.

Τα φαινόμενα που συνδέονται με τη μετανάστευση στην Ελλάδα αναγνωρίζονται και αποτελούν αντικείμενο λόγου μόνο ως προβλήματα και δη ως ξενόφερτα προβλήματα τα οποία έχουν εισβάλει στην ελληνική κοινωνία. Σε αντίθεση με αυτή την εκτίμηση, είναι καλύτερη η πρόσληψή τους ως κοινωνικά φαινόμενα εντός της ελληνικής κοινωνίας, την οποία και διατρέχουν ως ενδογενή της στοιχεία. Πρέπει να προσεγγίσουμε τη μετανάστευση όχι ως πρόβλημα προς διαχείριση αλλά ως κοινωνικό φαινόμενο που αναδεικνύει ευρύτερες πτυχές και ζητήματα της σύγχρονης ελληνικής κι ευρωπαϊκής κοινωνίας. Τα εγγενή προβλήματα της ελληνικής κοινωνικής και πολιτικό-οικονομικής οργάνωσης, που ανέδειξε η μετανάστευση, ανάγονται σε προβλήματα που η τελευταία προκάλεσε. Η μετανάστευση κατά κανόνα δεν δημιουργεί νέα προβλήματα, αλλά αναδεικνύει τα υφιστάμενα. Στη χώρα μας, η θεώρηση κι η ανάλυση της μετανάστευσης κυριαρχείται από ένα απλουστευτικό σχήμα με επίκεντρο την αντίληψη της μετανάστευσης ως πρόβλημα. Από τη μια κυριαρχεί η άποψη ότι «οι μετανάστες δημιουργούν προβλήματα» κι από την άλλη πως «οι μετανάστες έχουν προβλήματα». Έτσι, το μόνο που απομένει είναι η διαχείριση, η ρύθμιση κι η αντιμετώπιση του προβλήματος της μετανάστευσης και των μεταναστών (Παύλου & Χριστόπουλος, 2004).

Στο δημόσιο διάλογο, η πολυπολιτισμικότητα προβάλλεται ως αντίδοτο στη γκετοποίηση και το ρατσισμό. Το ζήτημα της πολυπολιτισμικότητας είναι εξαιρετικά περίπλοκο και δεν επιδέχεται μια μονοδιάστατη απάντηση. Ο Ν. Μουζέλης, ομότιμος καθηγητής κοινωνιολογίας στη Σχολή Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών (London School of Economics), σε άρθρο του στον ελληνικό Τύπο, διατύπωσε την πεποίθηση πως «το βασικό πρόβλημα δεν είναι αν η πολυπολιτισμικότητα θα εξαφανιστεί ή περιθωριοποιηθεί. Το βασικό πρόβλημα είναι τι μορφές θα πάρει στο μέλλον».

Κατά τη γνώμη του υπάρχουν τρεις μορφές πολυπολιτισμικότητας κι αυτές αναλύονται παρακάτω. Μια πρώτη μορφή είναι αυτή της πολιτισμικής γκετοποίησης. Σ’ αυτή την περίπτωση η μειονότητα περιχαρακώνεται, κλείνεται στον εαυτό της, είτε λόγω εξωτερικών πιέσεων (π.χ. εχθρική στάση του γηγενούς πληθυσμού, περιθωριοποίηση μέσω των μηχανισμών της αγοράς ή του κράτους), είτε λόγω επιλογής (π.χ. εθνοθρησκευτικές μειονότητες που θέλουν να αποφύγουν τα «ελευθέρια», κοσμικά, δυτικά ήθη).

Ένας δεύτερος τύπος πολυπολιτισμικότητας χαρακτηρίζεται από την καταπιεστική στρατηγική μιας κυβέρνησης που προσπαθεί να εμποδίσει την αναπαραγωγή της μειονοτικής κουλτούρας (π.χ. η κατάσταση των Κούρδων, κυρίως πριν από τη διακυβέρνηση Ερντογάν). Μια ηπιότερη μορφή πολιτισμικής καταπίεσης μπορεί να αποσκοπεί όχι στην εξάλειψη της μειονοτικής κουλτούρας αλλά στην κατάργηση συγκεκριμένων πολιτιστικών δικαιωμάτων (π.χ. το δικαίωμα του εθνοτικού αυτοπροσδιορισμού της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη ήτο δικαίωμα της χρήσης της ισλαμικής μαντίλας στη Γαλλία).

Μια τρίτη μορφή πολυπολιτισμικότητας, που θα μπορούσε κανείς να την αποκαλέσει πολυλογική ή «επικοινωνιακή», σύμφωνα με την ορολογία του Χάμπερμας, έχει μια επικοινωνιακή/πολυλογική βάση, σέβεται την αυτονομία και την εσωτερική λογική των επί μέρους πολιτισμικών παραδόσεων, επιμένοντας παράλληλα να χτίζει αμφίδρομες γέφυρες μεταξύ τους, να διαμορφώνει δηλαδή μια lingua franca, με τη βοήθεια της οποίας κάθε πολιτισμική λογική θα μπορεί να «μεταφράζεται» και να επικοινωνεί με τις υπόλοιπες.

Οι τρεις αυτές μορφές πολυπολιτισμικότητας αποτελούν «ιδεώδεις τύπους», με την έννοια ότι δεν υφίστανται στην απόλυτα καθαρή εκδοχή τους. Οι υπαρκτές καταστάσεις αποτελούν μείγματα στοιχείων που προέρχονται και από τις τρεις μορφές πολυπολιτισμικότητας (γκετοποιημένη, καταπιεστική, επικοινωνιακή), μείγματα μέσα στα οποία, ένα από τα στοιχεία είναι κυρίαρχο, ανάλογα με την κάθε περίπτωση.

Δυστυχώς, ο Μουζέλης καταλήγει σε ένα απαισιόδοξο, αλλά μάλλον ρεαλιστικό συμπέρασμα σύμφωνα με το οποίο: «η κυριαρχία της επικοινωνιακής πολυπολιτισμικότητας που συνάδει με τη λογική των δημοκρατικών δικαιωμάτων είναι, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, πολύ δύσκολο να επιτευχθεί στις σημερινές συνθήκες. Η νεοφιλελεύθερη παγκόσμια τάξη πραγμάτων σαφώς ευνοεί την παραπέρα ανάπτυξη ενός μείγματος γκετοποιημένης και καταπιεστικής πολυπολιτισμικότητας» (Μουζέλης, 2010).Η θεσμική αντιμετώπιση των κλήσεων για ασφάλεια βάζει κάτω από την ενιαία ταμπέλα «ασφάλεια κι εγκληματικότητα» τους μετανάστες χωρίς χαρτιά, το παρεμπόριο, την όποιας μορφής εγκληματικότητα, τις συμμορίες και την πορνεία. Αναμφίβολα υπάρχει εγκληματικότητα στο κέντρο της Αθήνας, όμως αυτή λαμβάνει ποικίλες μορφές, η μη διάκριση των οποίων οδηγεί στην ισοπεδωτική στοχοποίηση ομάδων ανθρώπων, εντείνει την αίσθηση ανασφάλειας και αντιμετωπίζει τη μικρο-παραβατικότητα όμοια με το οργανωμένο έγκλημα (Καλαντζοπούλου, Κουτρολίκου & Πολυχρονιάδη, 2011).

Η «εγκληματοποίηση» (ας μας επιτραπεί η χρήση του αδόκιμου όρου) των μεταναστών επιτυγχάνεται με τους ακόλουθους τρόπους: (1) Η διάθεση του πληθυσμού για την καταγγελία των εις βάρος του εγκλημάτων ή αυτών που υποπίπτουν στην αντίληψή του είναι προθυμότερη στη περίπτωση δραστών μεταναστών. (2) Η εντονότερη αστυνομική επιτήρηση της μεταναστευτικής κοινότητας μοιραία καταλήγει στην αποκάλυψη περισσότερων δραστών εγκλημάτων σε αυτό το τμήμα του πληθυσμού. (3) Μεγαλύτερη ευκολία ως προς την επιβολή προσωρινής κράτησης σε κατηγορούμενους μετανάστες. (4) Οι προκαταλήψεις των δικαστών, η απουσία σοβαρής νομικής εκπροσώπησης, αδυναμίες όπως η γλώσσα καταλήγουν στην ευκολότερη απόδοση ενοχής και σε βαρύτερες ποινές (Δημητρόπουλος & Πάσχος, 2009).Ο ρόλος των ΜΜΕ υπήρξε αποφασιστικός για αυτή τη κατασκευή. Από νωρίς η έρευνα για  την εγκληματοφοβία και τα «κύματα εγκληματικότητας των μεταναστών» έχει δείξει ότι είναι επικοινωνιακά προϊόντα των μέσων μαζικής επικοινωνίας που ευδοκιμούν ανατροφοδοτούμενα στο πρόσφορο έδαφος του ανθρώπινου φόβου και της ανασφάλειας. Το επιχείρημα της ασφάλειας, λειτούργησε ως νομιμοποιητική βάση στην Ευρώπη για πιο περιοριστικές και ωμά ξενοφοβικές επιλογές μεταναστευτικής πολιτικής. Αυτή η αρνητική στερεοτυπική απεικόνιση έχει πλέον εμπεδωθεί στη συλλογική κοινωνική συνείδηση.

Σε περίοδο παγκοσμιοποιημένης κρίσης, τα ζητήματα της μετανάστευσης και τα προβλήματα των μεταναστών δεν αφορούν μόνο τους ίδιους ή κάποιους που έχουν κοινωνικές ευαισθησίες, αλλά βρίσκονται στο κέντρο της πολιτικής. Στο πρόσωπο των μεταναστών απαξιώνεται μια σειρά από σημαντικά συστατικά μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Η ελληνική κοινωνία αντιμετωπίζοντας τους μετανάστες με το συγκεκριμένο τρόπο, εξασκείται και εθίζεται σε επικίνδυνες πολιτικές και πρακτικές. Οι πρακτικές αυτές θα επιφέρουν συνέπειες στη κοινωνία γενικότερα. Μια σειρά από χαρακτηριστικά των συνθηκών διαβίωσης των μεταναστών μπορούμε να τα εκλάβουμε ως προβολή στο μέλλον το οποίο επιφυλάσσεται και για άλλες ανίσχυρες ομάδες. Πρέπει να σκεφτούμε τι σημαίνει να ζούμε σε κοινωνίες όπου υπάρχουν στα ίδια εδάφη άνθρωποι με δικαιώματα κι άνθρωποι χωρίς δικαιώματα (Δημητρόπουλος & Πάσχος,2009).

Στις χώρες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης, η ένταξη των μεταναστών νοείται ως η απόλαυση ίδιων ή όμοιων τυπικών δικαιωμάτων όπου οι μετανάστες πρέπει να είναι «ίσοι με εμάς». Στις χώρες της Μεσογείου και στην Ελλάδα φαίνεται ότι για να είναι ίσοι οι μετανάστες θα πρέπει να είναι «ίδιοι με εμάς». Το Σύνταγμα της Ελλάδας στο άρθρο 5, παράγραφος 3, προβλέπει ρητά ότι: «Όλοι όσοι βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας».

 

————————————–

Πηγή: Το φαινόμενο της γκετοποίησης στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας, Α. ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, Γ. ΜΑΡΤΙΝΙΔΗΣ και Φ. ΤΡΑΪΚΟΥ. Δημοσιεύθηκε αρχικά στο περιοδικό “Ψυχολογικά Θέματα”, 2012-13/ΤΟΜΟΣ 17-18, του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων.

Αναδημοσίευση από το psychologynow.gr

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s